ΜΠΟΡΕΊ Η ΕΚΠΑΊΔΕΥΣΗ ΝΑ ΚΑΘΟΡΊΣΕΙ ΤΗΝ ΦΎΣΗ ΤΟΥ
ΑΝΘΡΏΠΟΥ;
Στο έργο του «Αιμίλιος» , το οποίο αποτελεί την μεγαλύτερη επιστημονική του
προσέγγιση αναφέρει: «αν είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος γεννιέται καλός και
γίνεται μοχθηρός μόνο μέσα από την κακή επιρροή της κοινωνίας στην οποία ζει, η
μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης μπορεί να γίνει το κατάλληλο όργανο για
να δημιουργηθεί μια ανθρωπότητα καινούρια και καλλίτερη. Ο δάσκαλος, πράγματι,
δεν πρέπει να διδάσκει κανέναν με άμεσο τρόπο αλλά να περιορίζεται, να διευκολύνει
την άφθονη αυθόρμητη ανάπτυξη του μαθητή. Όλες οι αντιλήψεις γεννιούνται από τη
σχέση με το περιβάλλον. Επομένως η εκπαίδευση είναι εκείνη που διαμορφώνει τα
μυαλά. Ο μαθητής, στον οποίο αντιπαραθέτονται τα διαφορετικά μαθήματα τους, δεν
είναι σωστά εκπαιδευόμενος και δεν πρόκειται ποτέ να έρθει σε αρμονία με τον
εαυτό του: εκείνος, αντίθετα, στον οποίο αυτές οι διδασκαλίες συμπίπτουν και
έχουν τους ίδιους σκοπούς, είναι ο μόνος που προχωρά προς τον σκοπό του και ζει
λογικά με τον εαυτό του. Μόνον αυτός είναι σωστά εκπαιδευόμενος. Γεννιόμαστε
αδύναμοι και έχουμε ανάγκη από δυνάμεις, γεννιόμαστε απροετοίμαστοι για τα
πάντα και έχουμε ανάγκη από βοήθεια, γεννιόμαστε ανόητοι και έχουμε ανάγκη από
κρίσεις. Όλα αυτά που δεν έχουμε από την γέννηση και τα οποία έχουμε
ανάγκη όταν μεγαλώνουμε, μας τα παρέχει η εκπαίδευση. Αυτήν την εκπαίδευση την
παίρνουμε είτε από την φύση, είτε από τους ανθρώπους, είτε από τα πράγματα. Η
εσωτερική ανάπτυξη των ιδιοτήτων μας και των οργάνων μας είναι η εκπαίδευση της
φύσης, ο τρόπος που διδασκόμαστε να χρησιμοποιούμε αυτήν την εκπαίδευση των
ανθρώπων. Η απόκτηση της εμπειρίας μας στα αντικείμενα που μας
συγκινούν είναι η εκπαίδευση των πραγμάτων. Ο καθένας από εμάς, επομένως, είναι
εκπαιδευόμενος από τριών ειδών δασκάλους».
Η ΑΝΆΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΎ ΕΊΝΑΙ ΠΡΌΟΔΟΣ Ή ΚΑΤΆΠΤΩΣΗ;
«Καθήκον της φιλοσοφίας είναι να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τις αλυσίδες
που του επιβάλει η κοινωνία, να τον οδηγήσει στην πρωτόγονη
ελευθερία.»
Βασική αρχή του Ζαν
Ζακ Ρουσώ αποτελούσε πάντα η ύπαρξη αλλά και η καταπολέμηση της ανισότητας,
ανάμεσα στα έργα του αναφέρει: «Ο πολιτισμός και η πρόοδος δεν έχουν
κάνει τους ανθρώπους ηθικά καλύτερους ή ευτυχέστερους. Στο τέλος ο πολιτισμός
θα καταστρέψει όλα όσα μας κάνουν πραγματικά ανθρώπους». Ο Ρουσώ λέει «ο
άνθρωπος δεν τόλμα πια να εμφανιστεί όπως πράγματι είναι». Τα πολιτισμένα
άτομα εμφανίζονται ευγενικά και γοητευτικά, αλλά στο βάθος είναι γεμάτα φόβο,
καχυποψία, μίσος, προδοσία και κυνισμό. Είναι σαν μαριονέτες που τις κινεί η
τάση για συμμόρφωση με τα κοινωνικά ήθη. Η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι
μια εξέλιξη αλλά ένας εκφυλισμός. το συμβόλαιο στο οποίο βασίζεται η κοινωνία
πρέπει να διασφαλίζει ταυτοχρόνως την ατομική ελευθερία και το σεβασμό των
κοινών κανόνων. Η κοινωνική τάξη είναι ένα ιερό δικαίωμα που λειτουργεί ως βάση
για όλα τα άλλα. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα δεν προέρχεται από την φύση αλλά
βασίζεται σε συμβάσεις. Πρέπει να ξέρουμε λοιπόν ποιες είναι αυτές οι συμβάσεις
του συμβολαίου. Οι κανόνες του συμβολαίου είναι απρόσωποι, υποχρεωτικοί για όλα
τα μέλη της κοινωνίας. Οι κανόνες αυτοί είναι
ολοκληρωτικά καθορισμένοι από τη φύση της πράξης έτσι ώστε μία μετατροπή
θα τα έκανε ανώφελα και θα τους στερούσε την οποιαδήποτε
αποτελεσματικότητα. Αν και δεν έχουν απαγγελθεί ποτέ επισήμως αυτοί είναι
παντού οι ίδιοι και αναγνωρισμένοι, μέχρι τη στιγμή κατά την οποία αν το
κοινωνικό συμβόλαιο παραβιαστεί, ο καθένας θα επανέλθει στα αρχικά τους
δικαιώματα και θα ξαναβρεί την φυσική του ελευθερία, χάνοντας την συμβατική του
ελευθερία, για την απόκτηση της οποίας είχε απαρνηθεί την πρώτη. Τέλος, ο
καθένας, καθώς προσφέρει τον εαυτό του σε όλους, δεν τον προσφέρει σε κανέναν
και δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανείς συμβαλλόμενος επί του οποίου δεν αποκτά το
ίδιο δικαίωμα που παραχωρεί στους άλλους επί του εαυτού του. Κερδίζει το
αντίστοιχο όλων αυτών που χάνει και μια μεγάλη δύναμη για να διατηρήσει αυτό
που έχει».
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ ΕΊΝΑΙ ΚΑΛΎΤΕΡΗ ΑΠ' ΌΛΕΣ ΤΙΣ ΜΟΡΦΈΣ
ΔΙΑΚΥΒΈΡΝΗΣΗΣ;
ΟΡουσσώ παίρνει με σφοδρό τρόπο θέση ενάντια στις πρακτικές της δημοκρατίας,
το κοινό καλό δεν μπορεί να καθοριστεί από το απλό στατιστικό σύνολο των
ατομικών απόψεων, για παράδειγμα με την ψήφο. Επειδή η άθροιση τόσο εγωισμών
δεν παράγει καθόλου αλτρουισμό ή κοινωνική συνείδηση. Η κοινωνικοί κανόνες
πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα ηθικό χρέος και όχι ως μια υποχρέωση την
οποία επιβάλει η συνύπαρξη. Το άτομο πρέπει να κοινωνικοποιηθεί, να
εγκαταλείψει τον ατομικισμό για να μετατραπεί σε ένα ον συλλογικό, ικανό να
σκέφτεται τους άλλους ως ένα σκοπό. Η κοινωνία πρέπει να κυβερνάται
αποκλειστικά στη βάση του κοινωνικού συμφέροντος.
Οίδιος υποστηρίζει ότι καθώς η κυριαρχία δεν είναι τίποτα άλλο από την
άσκηση της γενικής βούλησης, αυτή δεν μπορεί ποτέ να αποξενωθεί και
ότι ο ηγεμόνας δεν μπορεί να εκπροσωπηθεί από τίποτα άλλο παρά μόνο από τον
εαυτό του. Η ισχύς μπορεί να διαβιβαστεί όχι όμως και η βούληση. Αν επομένως ο
λαός υπόσχεται απλά να υπακούει, με αυτή την πράξη αυτός διαλύεται, χάνει την
ιδιότητα του λαού. Από τη στιγμή που θα υπάρξει αφέντης δεν θα υπάρχει
ηγεμόνας, και από εκείνη τη στιγμή το πολιτικό σώμα καταστρέφεται. Συχνά
υπάρχει μία μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη βούληση όλων των ατόμων και στη γενική
βούληση: η μία στοχεύει μόνο στο κοινό συμφέρον ενώ η άλλη στοχεύει στο ατομικό
συμφέρον και δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα σύνολο ατομικών βουλήσεων. Μπορεί ο
κάποιος να πει λοιπόν ότι δεν υπάρχουν πια τόσοι ψηφοφόροι όσοι είναι οι
άνθρωποι αλλά μόνο όσοι είναι οι συνασπισμοί. Οι διαφορές γίνονται λιγότερες
και δίνουν ένα αποτέλεσμα λιγότερο γενικό. τέλος όταν ένας από αυτούς τους
συνασπισμούς είναι τόσο μεγάλος που ξεπερνά όλους τους άλλους δεν έχει πλέον ως
αποτέλεσμα ένα σύνολο μικρών διαφορών, αλλά μία και μόνη διαφορά. Δεν υπάρχει
πλέον μια γενική βούληση και η άποψη που έχει το πλεονέκτημα δεν είναι παρά μια
ατομική άποψη. Τέλος ο ίδιος ισχυρίζεται πως για να έχουμε την αληθινή έκφραση
της γενικής βούλησης, δεν πρέπει να υπάρχει στο κράτος κάποια προκατειλημμένη
κοινωνία και ο κάθε πολίτης πρέπει να σκέπτεται με το δικό του μυαλό.
ΠΩΣ ΓΕΝΝΉΘΗΚΕ Η ΓΛΏΣΣΑ;
Πολύ βασικός προβληματισμός, στον ο ποίο ο Ρουσσώ αναφέρθηκε αρκετά,
αποτελεί η γένεση και η εξέλιξη της ανθρώπινης γλώσσας επικοινωνίας.
Ο Ρουσσώ πίστευε πως η
γλώσσα γεννήθηκε με την παρότρυνση των αισθημάτων, όχι λόγω της κοινωνικής
χρησιμότητας όπως είχε υποστηρίξει ο Δημόκριτος. Για να αντιμετωπίσουμε όλα τα
πρακτικά προβλήματα της ζωής μας αρκούν οι χειρονομίες και οι ενέργειες, οι
λέξεις γίνονται αναπόφευκτες μόνο στις περιπτώσεις που θέλουμε να εκφράσουμε
την αγάπη ή το μίσος. Το πρώτο λεξιλόγιο των ανθρώπων ήταν επομένως ποιητικό,
εκφραστικό, συνδεδεμένο με τις καταστάσεις της ψυχής. Μετά ήρθαν οι γραμματικές
οι οποίες κέρδισαν σε σαφήνεια αλλά έχασαν σε ποιητικότητα. Οι πιο ελκυστικές
γλώσσες γεννήθηκαν στο νότο οπού το κλίμα ήταν ήπιο και ήταν πιο μελωδικές στο
άκουσμα σε αντίθεση με τον βορρά οπού ήταν σκληρότερες λόγω των
δυσκολιών της επιβίωσης. Η περιπλοκότητα των σύγχρονων γλωσσών δεν είναι
ένδειξη προόδου αλλά εκφυλισμού. Η σύγχρονη γλώσσα επινοήθηκε για να ψεύδεται
και να εξαπατά. Η εξέλιξη της γλώσσας μας παραποιεί ότι βιώνουμε.
Οίδιος έγραψε «Η Αθήνα έγινε η εστία της ευγένειας και της καλαισθησίας, η
χώρα των ρητόρων και των φιλοσόφων. Η κομψότητα των κτιρίων αντιστοιχούσε στην
κομψότητα της γλώσσας . από την Αθήνα αναδύθηκαν όλα εκείνα τα εντυπωσιακά έργα
που θα χρησιμεύσουν ως πρότυπα σε όλες τις διεφθαρμένες εποχές. Ο πίνακας της
Λακεδαιμονίας είναι λιγότερο λαμπερός. Εκεί, έλεγαν οι άλλοι
λαοί « οι άνθρωποι γεννιούνται ενάρετοι.» από τους κατοίκους της
δεν μας απομένει πάρα μόνο η ανάμνηση των ηρωικών τους πράξεων. Άραγε τέτοια
μνημεία αξίζουν λιγότερο για εμάς απ' όσο τα παράξενα μάρμαρα που μας άφησε η
Αθήνα.
Η ΑΝΩΤΕΡΌΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΌΓΟΝΟΥ ΑΝΘΡΏΠΟΥ.
Καθώς οι ιδέες και τα συναισθήματα διαδέχονται το ένα το άλλο, το ανθρώπινο
γένος συνεχίζει να εξημερώνεται, οι δεσμοί γίνονται πιο στενοί και διευρύνονται
οι σχέσεις των ανθρώπων. Η δημόσια εκτίμηση αρχίζει να αποκτά αξία αφού ο
καθένας αρχίζει να κοιτάζει τους άλλους και ταυτόχρονα θέλει να τον κοιτάζουν
και αυτόν. Ο πιο όμορφος, ο πιο δυνατός, ο πιο επιδέξιος, αυτός που τραγουδάει,
αυτός που χορεύει καλύτερα από όλους γίνεται ο πιο αξιοσέβαστος και αυτό είναι
το πρώτο βήμα προς την ανισότητα και ταυτόχρονα προς την διαστροφή. Έτσι
γεννιέται αφενός η ματαιοδοξία και η περιφρόνηση αφετέρου η ντροπή και ο
φθόνος. Μόλις οι άνθρωποι αρχίζουν να εκτιμούν ο ένας τον άλλο και
γεννιέται η ιδέα του συλλογισμού όλοι αξιώνουν ότι έχουν δικαίωμα σε αυτών και
πλέον κανείς δεν μπορεί να ενεργεί χωρίς αυτών ατιμωρητί. Γεννιούνται έτσι οι
πρώτοι κανόνες και η αδικία γίνεται παράβαση. Η προστασία του κοινωνικού κύρους
λοιπόν, έχει ως αποτέλεσμα την γέννηση της εθιμοτυπίας, των νόμων, της
εκδίκησης. Οι άνθρωποι όταν ασχολούνταν μόνο με έργα που μπορούσαν
να κάνουν μόνοι τους και με τέχνες που δεν απαιτούσαν την συνδρομή άλλων χεριών
(να ράβουν τα ενδύματα τους, να στολίζονται με φτερά και όστρακα, να
ζωγραφίζουν το σώμα τους, να διακοσμούν τα τόξα και τα βέλη τους) αυτοί
θεωρούνταν ελεύθεροι, υγιείς, καλοί και ευτυχισμένοι. Αλλά από την στιγμή κατά
την οποία ο άνθρωπος είχε ανάγκη από την βοήθεια ενός άλλου, μόλις
συνειδητοποίησε ότι μπορούσε να είναι χρήσιμη για έναν μόνο άνθρωπο να έχει
προμήθειες που θα έφταναν για δύο, η ισότητα εξαφανίστηκε, γεννήθηκε η
περιουσία, η εργασία έγινε απαραίτητη και τα απέραντα δάση μετατράπηκαν σε
αγρούς που έπρεπε να πλυθούν από τον ιδρώτα των ανθρώπων και στους οποίους πολύ
σύντομα φύτρωσε η σκλαβιά και η δυστυχία. Από την καλλιέργεια της Γής
προέρχεται απαραίτητα ο διαμοιρασμός της και από την αναγνώριση της περιουσίας
οι πρώτοι κανόνες της δικαιοσύνης. Ο πρώτος άνθρωπος που, έχοντας περιφράξει
ένα κομμάτι Γής, είχε την ιδέα να αναφωνήσει «αυτό είναι δικό
μου» και βρήκε και άλλους ευφυείς να τον πιστέψουν, εκείνος ήταν ο
πραγματικός ιδρυτής της πολιτισμένης κοινωνίας.
Βάσει αυτού του συλλογισμού, ο Ρουσσώ αναρωτιέται: «Άραγε από πόσους
πολέμους, πόσες δυστυχίες, πόσους φόνους, πόσα αδικήματα θα είχε γλυτώσει το
ανθρώπινο γένος αν κάποιος είχε φωνάξει στους όμοιους τους «μην ακούτε
αυτόν τον απατεώνα. Αν ξεχάσετε ότι οι καρποί της Γης είναι για όλους και ότι η
Γη δεν είναι κανενός, είστε χαμένοι;», είναι αδύνατο να συλλάβουμε την
ιδέα μιας περιουσίας που προέρχεται από κάποια άλλη πηγή, η οποία δεν είναι η
χειρονακτική εργασία. Πράγματι δεν βλέπουμε τι θα μπορούσε να προσφέρει παραπάνω
ο άνθρωπος εκτός από την δουλεία του για να αποκτήσει πράγματα που
δεν έχουνε δημιουργηθεί από αυτόν. Μόνο η δουλεία δίνει στον καλλιεργητή
δικαίωμα στο προϊόν της Γής που καλλιεργεί, του παρέχει επίσης δικαίωμα στο
κτήμα, δικαίωμα στην συγκομιδή και έτσι κάθε χρόνο η κατοχή γίνεται συνεχής και
μετατρέπεται εύκολα σε περιουσία. Η ιδιωτική περιουσία έχει
αναπτύξει τον ατομισμό και την επίδειξη του εαυτού μας. Η ανάγκη για τους
άλλους ανέπτυξε την κοινωνική υποκρισία. Ο άνθρωπος από εκεί που ήταν ελεύθερος
και ανεξάρτητος τώρα είναι υποταγμένος στο πλήθος των νέων αναγκών. Κατά μία
έννοια γίνεται σκλάβος ακόμα και αν είναι αφέντης, η άπληστη φιλοδοξία, η
επιθυμία να αυξήσουμε την ιδιωτική μας περιουσία, όχι τόσο από μία πραγματική
ανάγκη όσο για να είμαστε σε ανώτερη θέση από τους άλλους, εμπνέει σε όλους
τους ανθρώπους μια θλιβερή τάση να βλάπτουν ο ένας τον άλλο, έναν μυστικό
φθόνο, για να φτάσει με μεγαλύτερη σιγουριά στον στόχο του. Αφενός μας
διακατέχει ένα πνεύμα ανταγωνισμού και αντιπαλότητας και αφετέρου μια σύγκρουση
συμφερόντων και πάντα η κρυφή επιθυμία να πραγματοποιήσουμε το δικό μας όφελος
εις βάρος άλλων. Η διακυβέρνηση και οι νόμοι φροντίζουν για την ασφάλεια και
την ευζωία των ανθρώπων, οι επιστήμονες, τα γράμματα και οι τέχνες, λιγότερο δεσποτικές
και ίσως πιο ισχυρές απλώνουν λουλουδένιες γιρλάντες πάνω στις σιδερένιες
αλυσίδες που τους βαραίνουν, καταπνίγουν το συναίσθημα της πρωταρχικής
ελευθερίας για την οποία φαίνεται ότι είναι γεννημένοι, τους κάνουν ν' αγαπούν
τη σκλαβιά τους και τους μετατρέπουν σε αυτό που αποκαλούμε εξευγενισμένους
λαούς. Η ανάγκη ήταν εκείνη που γέννησε τους θρόνους, οι επιστήμες και τέχνες
ήταν εκείνες που τους εδραίωσαν.»
ΤΑ ΚΥΡΙΌΤΕΡΑ ΑΠΌ ΤΑ ΒΙΒΛΊΑ ΤΟΥ.
Το Μπέστ Σέλερ νέα Ελοϊζα ένα έργο το οποίο γράφτηκε μεταξύ του
1756 και 1758 είναι ένα ερωτικό και φιλοσοφικό παραμύθι το οποίο διατυπώνει
νέες ιδέες για την ελευθερία, την κατά φύση ζωή, την θρησκεία σαν άρνηση της
δεισιδαιμονίας και της μισαλλοδοξίας.
Ένα πολύ σημαντικό
απόσπασμα από το βιβλίο νέα Ελοϊζα αναφέρει: «Κανένας αληθινός
πιστός δεν μπορεί ποτέ να είναι μισαλλόδοξος η διώκτης. Αν ήμουν δικαστής και
αν ο νόμος προέβλεπε την ποινή του θανάτου για τους άθεους, θα έκαιγα σαν άθεο
οποιονδήποτε που θα ερχότανε να καταγγείλει έναν άλλο». Από όλα τα παραπάνω
οι αρχές ενοχλούνται και σε σύντομο χρονικό διάστημα ζητούν την καταδίκη του
έργου. Η υπόθεση του μυθιστορήματος είναι η ακόλουθη: η Ιουλία, μια
θρησκευόμενη κοπέλα με υγιείς ηθικές αρχές, μόλις ενηλικιώνεται και η μητέρα
της η Βαρόνη ντ΄ Ετάνζ προσλαμβάνει τον νεαρό και γοητευτικό Σαιν-
Πρε σαν παιδαγωγό ανάμεσα στους δύο νέους γεννιέται μια συμπάθεια που πολύ
γρήγορα γίνεται αγάπη και τελικά αληθινό πάθος. Όταν η μητέρα της ανακαλύπτει
τον ερωτά τους, πεθαίνει από συγκοπή καρδίας και ο πατέρας της αποφασίζει να
σκοτώσει τον Σαιν - Πρε ο οποίος τελικά δραπετεύει για να αρχίσει τις
περιηγήσεις του στον κόσμο. Τότε ο Βαρόνος αναγκάζει την κόρη του να παντρευτεί
τον Βολμάρ έναν άνθρωπο τίμιο, μεγαλόψυχο, με πολλά προτερήματα αλλά άθεο. Το
ζευγάρι αποκτά παιδία και ζει ειρηνικά.
ΗΙουλία εξακολουθεί να έχει μυστική αλληλογραφία με τον Σαιν- Πρε και τελικά
ομολογεί την ενοχή της στον σύζυγο της, που όχι μόνο την συγχωρεί αλλά και για
να της δήξει την εμπιστοσύνη του, δέχεται τον Σαιν- Πρε στο σπίτι του σαν
παιδαγωγό. Οι δύο πρώην εραστές ζουν με την ανάμνηση του παρελθόντος
χωρίς όμως να προδώσουν την εμπιστοσύνη του συζύγου. Όταν η Ιουλία
πεθαίνει, από μια πνευμονία προσπαθώντας να σώσει το παιδί της, αφήνει στον
Βολμάρ ένα ανοιχτό γράμμα για τον Σαιν Πρε όπου βεβαιώνεται ότι ο παιδαγωγός
υπήρξε ο μοναδικός ερωτάς της.
ΟΑιμίλιος ένα παιδαγωγικό μυθιστόρημα το οποίο γράφτηκε το 1762
συνοψίζει τις παιδαγωγικέ ιδέες οι οποίες απορρίπτουν όλες τις πατροπαράδοτες
εκπαιδευτικές μεθόδους που βασίζονται στην κατάπνιξη κάθε φυσικού ενστίκτου και
στην αγωγή του παιδιού με την προοπτική ότι θα ζήσει σε μια αυταρχική κοινωνία.
«Τα παιδιά, υποστηρίζει
ο Ρουσώ, πρέπει να περνούν την νηπιακή του ηλικία μέσα στην οικογένεια αμέσως
μετά πρέπει να απομακρύνονται από το οικογενειακό περιβάλλον για να ζήσουν στην
ύπαιθρο και να αναπτύσσονται σε προσεκτικά ελεγχόμενο περιβάλλον γιατί οι
αρχικέ παρορμήσεις και τα ένστικτα του ανθρώπου είναι καλά. Αυτή είναι η βάση
της φιλοσοφίας του, που έρχεται σε φανερή αντίθεση με την χριστιανική
διδασκαλία για το προπατορικό αμάρτημα. Το παιδί θα πρέπει να ζήσει σε στενή
επαφή με την φύση και να μάθει από την ίδια την φύση τις γνώσεις που του είναι
απαραίτητες, για μια ισορροπημένη σωματική και ψυχική ανάπτυξη.
Ένα βιβλίο που θα του επιτρέπεται να διαβάζει είναι ο Ροβησώνας Κρούσος, το
οποίο είναι γεμάτο από πρακτικές γνώσεις. Μόνο γύρο στα 18, ο νέος θα μπορέσει
τελικά να δεχτεί θρησκευτική διδασκαλία, διαποτισμένη με κάποιο σκεπτικισμό,
μετριασμένο από την πεποίθηση ότι η θρησκεία είναι χρήσιμη στον άνθρωπο για την
εσωτερική του καλλιέργεια. Όταν θα είναι πια έτοιμος να αντιληφθεί πιο
σύνθετες, αφηρημένες ιδέες, θα διδάσκεται ιστορία και ηθική. Όλος ο κόσμος του
Αιμίλιου θα γίνει ένα είδος τάξης και εργαστηρίου όπου θα μαθαίνει τα πάντα μέσω
της ανακάλυψης. Σε αυτό υποστήριξε ότι η εκπαίδευση πρέπει να βασίζεται στην
προσωπική αναζήτηση του διδασκόμενου και μόνο. Ο δάσκαλος δεν πρέπει να
λειτουργεί σαν αυθεντία, αλλά χρειάζεται μόνο να θέτει ερωτήματα και να οδηγεί
το μαθητή στην ανακάλυψη των απαντήσεων. Όταν πια γίνει ενήλικος, ο
μαθητής είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει ένα νέο κεφάλαιο, το τελευταίο, της
εκπαιδεύσεως του: το σεξουαλικό, που θα τον οδηγήσει στην δημιουργία της
οικογένειας. Ενθαρρύνεται να πιστέψει ότι οι σεξουαλικές ορμές πρέπει πάντα να
συνδέονται με το συναίσθημα του έρωτα και να εκφράζονται μόνο στο πλαίσιο του
ιερού θεσμού του γάμου. Το γυναικείο φύλο έχει εκπαίδευση παρόμοια με αυτή του
Αιμίλιου, χωρίς όμως την επιστημονική διάσταση. Εκείνη έχει εκπαιδευτεί στα
οικιακά καθήκοντα και έχει προετοιμαστεί να διαπρέψει ως σύζυγος και μητέρα. Ο
Αιμίλιος απαγορεύτηκε και κάηκε στο Παρίσι και τη Γενεύη αμέσως μόλις
κυκλοφόρησε, λόγω της ενότητας «Η εξάσκηση της πίστης από τον εφημέριο
της Σαβοΐας», αλλά παρά την κακή του φήμη, ή ίσως εξαιτίας αυτής, έγινε
πολύ γνωστό βιβλίο στην Ευρώπη. Κατά τη Γαλλική Επανάσταση, ο Αιμίλιος
αποτέλεσε την έμπνευση για την αναδόμηση του εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος
της Γαλλίας.
Το κοινωνικό συμβόλαιο άρχισε να γράφεται 1743- 1744 το διάστημα που
βρίσκονταν στην Βενετία. Την περίοδο αυτή ο Ρουσώ εγκαταλείπει το αρχικό του
σχέδιο για την ολοκλήρωση του έργου του πολιτικοί θεσμοί και γράφει το
Κοινωνικό συμβόλαιο βασισμένο στις σκέψεις του πάνω στην σχέση ανθρώπου-
κράτους.
Το πρώτο
ερώτημα που θέτει είναι ότι «Ο άνθρωπος γεννιέται
ελεύθερος και παντού είναι αλυσοδεμένος»με την βεβαίωση
αυτή αρχίζει η κοινωνικοπολιτική πραμάτεια του Ρουσώ, που ενέπνευσε τους
υπέρμαχους των δημοκρατικών καθεστώτων όλης της Ευρώπης. Κατά τον Ρουσώ, ο
άνθρωπος γεννιέται «εκ φύσεως καλός» , αλλά ένα κακοδιοικούμενο
κράτος τον κάνει «κακό». Η διαπίστωση όμως δεν οδηγεί στην διατύπωση
θεωρίας για επιστροφή στην πρωτόγονη κατάσταση, ούτε στην πρόβλεψη
μιας επανάστασης. Από την παραπάνω διαπίστωση προέρχεται μάλλον η έξαρση
των «μικρών κρατών» ( το μεγάλωμα ενός κράτους συνεπάγεται αργά ή
γρήγορα τον εκφυλισμό) με δημοκρατικό καθεστώς, που
έχουν σχηματιστεί με
βάση μια ελεύθερη συμφωνία ανάμεσα στα άτομα: κατά τη συμφωνία αυτή η
νομοθετική εξουσία ασκείται από τον κυρίαρχο λαό, που συνέρχεται σε συνέλευση.
Η εκτελεστική εξουσία από τους αιρετούς και ανακλητούς κυβερνώντες. Ο Ρουσώ
τελικά βλέπει στην δημοκρατία της Γενεύης την ενσάρκωση του δημοκρατικού
ιδεώδους. Αυτό όμως είναι ένα Κολοσσιαίο λάθος που θα το αντιληφθεί αργότερα με
οδύνη. Το κοινωνικό συμβόλαιο εκδόθηκε το 1762 σε 2.500 αντίτυπα. Αν και ο
Ρουσώ φρόντισε να μην αφήσει να διαφανεί καμία συγκεκριμένη πολεμική κατά της
πολιτικής πραγματικότητας της εποχής του, οι θεωρίες που εκθέτει κρίθηκαν
ανατρεπτικές και το βιβλίο καταδικάστηκε και κάηκε και στην Γενεύη και στο
Παρίσι.
Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΟΡουσώ πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του διωκόμενος και κρυμμένος με
ψεύτικα ονόματα σε μικρές επαρχιακές πόλεις και σε εξοχικές κατοικίες στην
Γαλλία. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Αρχιεπίσκοπος του Παρισιού με κείμενο που
κυκλοφόρησε κατηγορούσε τον Ρουσώ για υποκρισία. Ο Ρουσώ αποποιήθηκε την
ιδιότητα του πολίτη της Γενεύης διαφεύγοντας στο Μοτιέ-Τραβέρ, η
οποία παραίτηση του θεωρείται ανοιχτή πρόκληση κατά της ολιγαρχίας που κυβερνά
την πόλη. Εκεί έγραψε πολλές οργισμένες επιστολές προς τους προκατειλημμένους
κατοίκους της Γενεύης υπερασπιζόμενος τις κεντρικές ιδέες του Αιμίλιου και του
κοινωνικού συμβολαίου και κατηγορούσε την εκκλησία της Γενεύης ότι ήταν μη
ανεκτική και προκατειλημμένη. Για ένα διάστημα ο Ρουσώ ζούσε και πάλι
ειδυλλιακά ασχολούμενος με την βοτανική, καθώς επίσης γράφει και τις «εξομολογήσεις» του
στην οροσειρά Ιούρα. Η φήμη του έφτασε και σε αυτά τα μέρη
όπου οι ντόπιοι άρχισαν να πετροβολούν το σπίτι του.
Στις 2 Ιουλίου 1778 ο Ρουσώ πεθαίνει πιθανόν από ουραιμία αν και φήμες λένε
ότι αυτοκτόνησε. Πρόκειται για μια αμφισβητούμενη προσωπικότητα με
αντιφατικές ίσως απόψεις, που όμως κατατάσσεται στους προοδευτικούς διαφωτιστές
αλλά και μεγάλους αμφισβητίες της εποχής, ενώ ταυτόχρονα έχει χαρακτηριστεί από
πολλούς ως πατέρας του ρομαντισμού. Ενώ θεωρείται ακόμη ένας από
τους θεωρητικούς πατέρες της Γαλλικής αστικής επανάστασης, Δεν είναι τυχαίο ότι
τα έργα του αναγνωρίστηκαν και ενέπνευσαν την Γαλλική Επανάσταση του
1789 και εν πολλοίς επηρέασε και άλλαξε τον τρόπο που σκέφτονταν οι άνθρωποι
μέχρι τότε.
Οι πηγές του αφιερώματος προέρχονται από:
Σειρά: Οι Μεγάλοι Αμφισβητίες, Ζαν Ζακ Ρουσσώ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ : ΦΥΚΙΡΗΣ
Η Παρακμή του αστικού Πολιτισμού, Πάνος Κονδύλης, ΕΚΔΟΣΕΙΣ : ΘΕΜΕΛΙΟ
Η Εικονογραφημένη Ανθολογία της Φιλοσοφίας, ΕΚΔΟΣΕΙΣ : ΕΝΑΛΙΟΣ
Στη σημερινή Ευρώπη της κρίσης, όπου οι
ανισότητες οξύνονται και τα συναισθήματα της αδικίας γιγαντώνονται και
αναζητούν διεξόδους σε ποικίλες μορφές κοινωνικής διαμαρτυρίας, ακούγεται συχνά
το αίτημα για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, τη σύμπηξη μιας νέας βάσης για την
κοινωνική συνύπαρξη, θεμελιωμένη σε κοινωνικές συναινέσεις που να ικανοποιούν
το αίτημα της δικαιοσύνης. Το αίτημα είναι διάχυτο και αισθητό και πέρα από τις
χειραγωγήσεις τις οποίες υφίσταται από την πολιτική δημαγωγία που έχει
περισσεύσει στις μέρες μας στην Ελλάδα και αλλού. Είναι διάχυτο ακριβώς επειδή
εκφράζει βαθιές υπαρξιακές ανάγκες που συνιστούν προϋποθέσεις για την επιβίωση
της κοινωνίας. Ακόμη και στην πρόσφατη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων της
κυβέρνησης διατυπώθηκε για άλλη μία φορά η ανάγκη για ένα νέο κοινωνικό
συμβόλαιο.
Η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου έχει
καταστεί διάσημη από την εποχή του Διαφωτισμού χάρη στη σαγήνη του λόγου και τη
δύναμη των επιχειρημάτων ενός πολιτικού στοχαστή, του οποίου εφέτος η Ευρώπη
και ο υπόλοιπος κόσμος τιμούν την τριακοσιοστή επέτειο της γέννησης τον Ιούνιο
του 1712. Πρόκειται για τον «πολίτη της Γενεύης», όπως χαρακτήριζε ο ίδιος τον
εαυτό του παρά τις διενέξεις του με τη γενέθλια πόλη, Ιωάννη Ιάκωβο (Ζαν-Ζακ)
Ρουσό (1712-1778).
Υπερβολική
πίστωση
Οπως συμβαίνει κατά κανόνα με τον
επετειακό λόγο, σε όσα γράφονται αυτό το έτος κυρίως σε εκλαϊκευτικό επίπεδο
για τον πολίτη της Γενεύης, τείνουν να εμφιλοχωρούν απλουστεύσεις και
αμβλύνσεις των αντινομιών της σκέψης του. Επίσης διαφαίνεται μια αναπόφευκτη
προδιάθεση να προσγραφούν στον Ρουσό περισσότερα απ' όσα τού αναλογούν. Μια
τέτοια υπερβολική πίστωση διαφαίνεται στην τάση να προσγράφεται στον Ρουσό η
ιδέα και η ορολογία του κοινωνικού συμβολαίου. Στην πραγματικότητα η πατρότητα
του όρου «κοινωνικό συμβόλαιο» δεν είναι δική του. Ο όρος απαντάται σε μια
σημαντική παράδοση πολιτικού στοχασμού που διατρέχει τον 17ο αιώνα και συνιστά
τον κορμό της πολιτικής σκέψης της νεωτερικότητας, στην οποία αποκρίνεται
αργότερα ο Ρουσό. Ο όρος «κοινωνικό συμβόλαιο» συνιστά θεμελιώδες στοιχείο της
πολιτικής επιχειρηματολογίας με την οποία οι Τόμας Χομπς και Τζον
Λοκ τον 17ο αιώνα προσπάθησαν να θεμελιώσουν
την έννοια της νομιμότητας της πολιτικής εξουσίας συνδέοντάς την αναγκαστικά με
τη συναίνεση των κυβερνωμένων.
Αυτή την έννοια, στην οποία είχε
θεμελιωθεί ο κλασικός ατομικιστικός φιλελευθερισμός, παίρνει ο Ρουσό για να
εκφράσει τη δική του ριζική κριτική του πολιτικού στοχασμού της νεωτερικότητας,
ως περιγράμματος των κοινών παραδοχών της κοινωνικής θεωρίας του Διαφωτισμού,
προς τον οποίο, αν και γνήσιο τέκνο του, επιζητεί να αντιδιαστείλει τη δική του
τοποθέτηση στα πολιτικά, κοινωνικά και ηθικά ζητήματα. Αυτή υπήρξε η κεντρική
μέριμνα που διατρέχει όλο το συγγραφικό πρόγραμμα του Ρουσό, από τα πρώτα
δοκίμια που καταγγέλλουν τη γένεση του πολιτισμού της νεωτερικότητας ως τα
αυτοβιογραφικά κείμενα της ωριμότητάς του.
Εκρηκτική
πρωτοτυπία
Για τον Ρουσό η έννοια του κοινωνικού
συμβολαίου, όπως τη χρησιμοποιούν οι πολιτικοί στοχαστές της φιλελεύθερης
ατομικιστικής παράδοσης, αποτελεί το κομβικό στοιχείο της καταχθόνιας
εξαπάτησης των φτωχών από τους πλουσίους και ισχυρούς με την οποία τούς πείθουν
να αποδεχθούν τη νομιμότητα διευθετήσεων που διαλαμβάνουν τη θεσμοθέτηση της
ανισότητας στην πολιτική κοινωνία. Η τελική έκβαση της εδραίωσης της ανισότητας
ως στοιχείου της έννομης τάξης συνιστά, κατά τον Ρουσό, το πρώτο βήμα που
οδηγεί τις κοινωνίες στην τυραννία και στον δεσποτισμό. Αυτό είναι το κοινωνικό
συμβόλαιο των ατομικιστών, υπαινίσσεται ο Ρουσό στην κατακλείδα του «Λόγου για
τις καταβολές της ανισότητας» του 1755. Πρόκειται για ένα κείμενο εκρηκτικής
πρωτοτυπίας και ρητορικής αποτελεσματικότητας, ένα από τα στιλπνότερα μνημεία
της γαλλικής γλώσσας. Στο κείμενο αυτό, που απέτυχε να αποσπάσει το βραβείο
στον διαγωνισμό της Ακαδημίας της Ντιζόν στον οποίο υποβλήθηκε, ο Ρουσό θέτει
τον δάκτυλο επί των τύπων των ήλων των προβλημάτων της σύγχρονης - της δικής του
και δικής μας - κοινωνίας: το πρόβλημα είναι η ανισότητα στις ανεξάντλητες
απεχθείς εκδηλώσεις της και οι πολυποίκιλες δόλιες επινοήσεις συγκάλυψης και
ιδεολογικού εξωραϊσμού της. Αυτή την πραγματικότητα, την οποία συνδέει με την
πρόοδο των τεχνών και των επιστημών και τις εκδηλώσεις του Διαφωτισμού που
συνυπάρχουν με δεσποτικά πολιτεύματα, θέλει να καταγγείλει με το έργο του ο
Ρουσό.
Το
γνήσιο συμβόλαιο
Τη λύση προτείνει το 1762 στο έργο του
«Περί του Κοινωνικού Συμβολαίου», όπου επιχειρεί με τιτάνια θεωρητική
προσπάθεια να διατυπώσει μια εναλλακτική αντίληψη του κοινωνικού συμβολαίου,
που θα συνιστά το γνήσιο κοινωνικό συμβόλαιο αντί του συμβολαίου του δόλου και
της απάτης, που συνιστά τη βάση των υπαρκτών πολιτικών συστημάτων. Ομολογεί ότι
βρήκε το εγχείρημα τόσο δύσκολο που συχνά κατέληγε σε απόγνωση ως προς τις
δυνατότητες του λόγου να διερμηνεύσει με ακρίβεια τις εννοιολογικές διακρίσεις,
ορισμούς και αποσαφηνίσεις που απαιτούνται για να διατυπωθεί η ορθή έννοια του
κοινωνικού συμβολαίου.
Το γνήσιο κοινωνικό συμβόλαιο λοιπόν είναι
η συμφωνία που συνάπτουν μεταξύ τους ίσα και ελεύθερα άτομα που με πλήρη
επίγνωση των πράξεών τους και απόλυτη ειλικρίνεια δημιουργούν θεσμούς
διακυβέρνησης και νομοθεσίας που θα ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους σε μια πολιτική
κοινωνία δικαίου και ελευθερίας. Η σύναψη του γνήσιου κοινωνικού συμβολαίου
συνιστά ένα εγχείρημα τόσο θεμελιώδους σπουδαιότητας που συνεπάγεται μια ριζική
μεταμόρφωση όσων συμμετέχουν σε αυτήν. Τα εγωιστικά και αρπακτικά άτομα του
«κτητικού ατομικισμού» μεταμορφώνονται σε πολίτες μιας συμμετοχικής
δημοκρατίας, όπου κίνητρο των πράξεών τους είναι η προσήλωση στο κοινό καλό και
στο δημόσιο συμφέρον. Στη θέση των ενστίκτων της πλεονεξίας και της
επιθετικότητας υποκαθίσταται το αίσθημα της δικαιοσύνης και η φυσική ελευθερία
αντικαθίσταται με την ηθική ελευθερία του πολίτη που υπακούει τον νόμο στη
θέσπιση του οποίου έχει συμμετάσχει ενεργά. Η σύναψη του κοινωνικού συμβολαίου
και η λειτουργία της νέας Πολιτείας του δικαίου και της ελευθερίας καθίστανται
δυνατές χάρη στην επιβολή και ζωηφόρο επενέργεια της γενικής βούλησης, που
εκφράζει το συλλογικό σώμα των πολιτών και διατυπώνεται διά των θεμελιωδών
νόμων της Πολιτείας.
Η
γενική βούληση
Η ιδέα της γενικής βούλησης έχει δικαίως
χαρακτηριστεί ως η δυσκολότερη έννοια στην ιστορία της πολιτικής θεωρίας.
Ενθυμούμαι την αείμνηστη καθηγήτριά μου στο Harvard Ιουδήθ Σκλαρ να λέγει ότι
όποιος έχει κατανοήσει επαρκώς την έννοια της γενικής βούλησης έχει
αποκρυπτογραφήσει τον δυσχερέστερο γρίφο της πολιτικής φιλοσοφίας.
Οντως η έννοια είναι
τόσο περίπλοκη που υπό ορισμένα ερμηνευτικά πρίσματα εμφανίζεται να απειλεί,
ακόμη και να ακυρώνει, το κεντρικό αίτημα της ελευθερίας, στο οποίο επιζητεί να
προσδώσει ουσιώδες βιωματικό περιεχόμενο ο πολιτικός προβληματισμός του
Ζαν-Ζακ. Η γενική βούληση, που δεν συμπίπτει με τη βούληση της πλειοψηφίας αλλά
την υπερβαίνει και αποβλέπει να εκφράσει την καθολικότητα της πολιτικής
κοινότητας, έχει, όπως ήταν αναμενόμενο, προκαλέσει πολλές υποψίες και
αντιρρήσεις στους εκφραστές του πολιτικού φιλελευθερισμού. Εξίσου επίφοβες
εμφανίζονται οι πρόνοιες του Ρουσό για την εγκαθίδρυση «πολιτικής θρησκείας»
και την καθιέρωση λογοκρισίας, όπως και η καλλιέργεια ενός γενικότερου
στρατιωτικού ήθους μεταξύ των πολιτών, ως φρουρών της πατρίδας, στοιχεία που θεωρεί
αναγκαίες προϋποθέσεις για τη λειτουργία της Πολιτείας που δημιουργεί το
κοινωνικό συμβόλαιο.
Η
«αυτοκριτική του Διαφωτισμού»
Λόγω των απόψεων του Ζαν-Ζακ Ρουσό, τόσο οι φιλελεύθεροι του δεκάτου ενάτου
αιώνα όσο και πολλοί μελετητές των πολιτικών ιδεών κατά τον εικοστό αιώνα
αντιμετώπισαν τον Ρουσό με καχυποψία ή και εχθρότητα και ορισμένοι του
καταλόγισαν ευθύνες για τις ολοκληρωτικές εκτροπές του περασμένου αιώνα. Η
κριτική αυτή, ωστόσο, παρά τη σοβαρότητά της, εμπεριέχει και μια αισθητή
διάσταση αναχρονισμού που αδικεί τις προθέσεις του Ρουσό. Το πραγματικό
προσδιοριστικό στοιχείο της σκέψης του υπήρξε η κριτική της πρόθεση και ως
κριτικός στοχαστής, ως εκφραστής της «αυτοκριτικής του Διαφωτισμού», όπως
εύστοχα χαρακτηρίστηκε, προσλήφθηκε από τους συγχρόνους του και ενέπνευσε τα
ριζοσπαστικά κινήματα στην Ευρώπη της εποχής της Γαλλικής Επανάστασης. Η
κριτική πρόθεση απέναντι στην ανισότητα και την αδικία στην κοινωνία, την
υποκρισία και την κουφότητα των διανοουμένων και την αθεράπευτη τάση της κάθε εξουσίας
προς τη διαφθορά συνιστά την ανθεκτική παρακαταθήκη της κοινωνικής θεωρίας του
Ρουσό. Αυτό το στοιχείο προσείλκυσε, σε μια εποχή κορύφωσης των αγώνων για την
ελευθερία, και το ενδιαφέρον των πρώτων Ελλήνων που μελέτησαν τις ιδέες του,
του Χριστοδούλου Παμπλέκη το 1973, του Αδαμαντίου Κοραή το 1802, οπότε
αναγγέλλει την πρόθεσή του να μεταφράσει στα ελληνικά το Κοινωνικό Συμβόλαιο,
το οποίο αποδίδει με τον όρο «πολιτικόν συνάλλαγμα», του Γρηγορίου Ζαλύκη,
τέλος, που πραγματοποίησε τη μετάφραση το 1828 υπό τον τίτλο «Περί της
κοινωνικής συνθήκης». Ετσι ο Ρουσό εισέρχεται και στην πολιτική παράδοση του
νέου Ελληνισμού. Συνιστά η παρουσία του αυτή μια αξιόλογη στιγμή αυτής της
παράδοσης, η οποία δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους αν μας ενδιαφέρει η αυτογνωσία
μας αλλά και το μέλλον της κοινωνίας μας.
Ο
κ. Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης είναι καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στο
Πανεπιστήμιο Αθηνών.